Όλα είν' εδώ κι όλα περνάνε
σαν το νερό στα χέρια ενός παιδιού.
Μέσα βαθιά στα δάχτυλα γερνάνε
μικρές σταγόνες φως
του πρώτου ουρανού.
Κάπου εδώ θα συνηθίσω
να 'χω το χρόνο
κλειδωμένο στο κορμί.
Σαν πυρετό θα τον κρατήσω σφιχτά
στο μέτωπο, στα μάτια στη φωνή.
Και κάθε βράδυ θα κοιτώ ξανά
πίσω απ' τις γρίλιες
των ματιών σου τη φωτιά.
Θα περιμένω λίγο φως ξανά
ξανά να ζήσει πάλι
ό,τι δεν είναι πια εδώ.
Κάπου αλλού, κάπου εδώ γύρω
όλα συμβαίνουν κι όλα γίνονται ζωή.
Στου ποταμού το γύρισμα θα γείρω
αργά
σαν άνοιξη που άργησε να 'ρθει.
Και κάθε βράδυ θα κοιτώ ξανά
πίσω απ' τις γρίλιες
των ματιών σου τη φωτιά.
Θα περιμένω λίγο φως ξανά
ξανά να ζήσει πάλι
ό,τι δεν είναι πια εδώ.
Συνάντηση
Ήταν η μέρα γιορτινή, που σ' είχα συναντήσει
στους γιαλούς
ήταν το φως σου κόκκινο και φώτιζε τη δύση
στους γκρεμούς
Κι ήσουν ωραία και τραγουδούσες
σιγανά
στον άνεμο γλιστρούσες
Κι ήσουν ωραία χαμογελούσες
και φτερά
στα ποδιά εφορούσες
Τα βλέφαρα σου τα κλειστά
θάλασσες έκρυβαν μέσα και λυγμούς
στα κύματα τους βούτηξες
και βγήκες πριγκιπέσα στους ουρανούς
Κι ήσουν ωραία και μου μιλούσες σιγανά
άνεμους τραγουδούσες
κι ήσουν ωραία, χαμογελούσες
και φτερά στα ποδιά εφορούσες
Shot at 2007-07-06
Σωκράτης Μάλαμας - Καλημέρα
Oταν σωπαίνει ο άνθρωπος
πέφτει μες στο πηγάδι
που οι τοίχοι του γυαλίζουνε
και φέγγουν στο σκοτάδι
Eκεί που βλέπει τα θολά
και στα βαρειά ακουμπάει
κάνει το έργο μια στροφή
κι ο νούς του ξεκολλάει
Mοιάζουν στη θέση τους σωστά
κι ωραία βολεμένα,
τα κλάματα και οι χαρές,
τα θέατρα κι οι αγορές
του κόσμου τα μυστήρια
και τα βασανιστήρια...
Mοιάζεις κι εσύ σαν καλημέρα,
που χθες με κέρναγες φωτιά,
σήμερα διώχνεις τη φοβέρα
και βλέπω μια μικρή Θεά.
Kάνω το άχ!! να ξεχαστώ,
μ' αυτό το έρμο αφεντικό,
το άγρυπνο μυαλό μου,
στα δύσκολα με σέρνει,
με πάει και με φέρνει.
Mοιάζεις κι εσύ σαν καλημέρα,
μοιάζεις κι εσύ σαν καλημέρα.
Σωκράτης Μάλαμας - Το τραγούδι του μεθυσμένου
Στήσαν χορό μες στη βροχή,
διαμάντια οι στάλες στη σκεπή
κι ένας ξημέρωμα περνάει,
παραμιλάει, παραπατάει.
Σαν όνειρο μου φαίνεται
και δεν μου κακοφαίνεται
ο κόσμος πάει κι έρχεται
μα πουθενά δεν φτάνει.
Μούσκεμα τα τσιγάρα μου,
τα σπίρτα κι η κιθάρα μου
μα δεν με νοιάζει μη χαθώ,
τά 'χω χαμένα από καιρό.
Κι όπως σας βλέπω βιαστικά,
τα μάτια σας ορθάνοιχτα
ξέρω της νύχτας το σκοπό
κι αν ξεμεθύσω θα σας πω.
Την αφεντιά σου προσκυνώ
κι ότι σ' αρέσει τραγουδώ
δεν έχουν λόγια οι στιγμές,
περνάν και φεύγουν θες δεν θες.
Πάω λοιπόν να κοιμηθώ,
μήπως συμβεί κι ονειρευτώ
ίσως μ' αφήσει το κρασί
να δω του κόσμου την αυλή.
Shot at 2007-07-06
Παλιά πληγή - Θανάσης Παπακωνσταντίνου )
Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
μονάκριβη δική μου
την ξεριζώνω απ' την καρδιά
φυτρώνει στην αυλή μου
την ξεριζώνω απ' την καρδιά
φυτρώνει στην αυλή μου
βαθιά πληγή, παλιά πληγή
μονάκριβη δική μου
Ανθίζει καταχείμωνο
που οι φωνές κοπάζουν
έχει τη φυλωσια πυκνή
και νύχια που χαράζουν
έχει τη φυλωσια πυκνή
και νύχια που χαράζουν
ανθίζει καταχείμωνο
που οι φωνές κοπάζουν
Αγάπημενα πρόσωπα
αγαπημένα μάτια
έρχονται σαν τα κύματα
και αφήνουν κατακάθια
Μαραίνεται απ' το γέλιο μου
πίνει απ' τα δάκρυα μου
έρχεται στις παρέες μου
και κλέβει τη μιλιά μου
έρχεται στις παρέες μου
και κλέβει τη μιλιά μου
μαραίνεται απ' το γέλιο μου
πίνει απ' τα δάκρυα μου
Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
πες μου τι να κοιτάξω
να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω
να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω
βαθιά πληγή, παλιά πληγή
πες μου τι να κοιτάξω
Αγάπημενα πρόσωπα
αγαπημένα μάτια
έρχονται σαν τα κύματα
και αφήνουν κατακάθια [/color]
Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Αυτό
Αυτό που μέσα μου ψάχνει κοιτάσματα,
αυτό που μέσα μου χτίζει κελιά,
αυτό που γλιστρά σαν φίδι και χάνεται,
αυτό που κλέβει απ' τους θεούς τη φωτιά...
Αυτό που αφήνεται σαν φύλλο στον άνεμο,
αυτό που βουλιάζει βαρύ σαν οργή,
αυτό που δροσίζεται απ' την αύρα του σύμπαντος,
που κοιμάται σαν γέρος και ξυπνά σαν παιδί...
Αυτό που ματώνει τη μύτη του παίζοντας,
αυτό που σαν σκόνη αιωρείται στο φως,
αυτό που διαλέγει τις μέρες που θα 'ρθουνε,
που την ίδια ώρα είναι φίλος κι εχθρός...
Αυτό που γεννήθηκε πριν χρόνια αμνημόνευτα,
αυτό που σκιάζει του νου τις αυλές,
αυτό που γίνεται στάχυα την άνοιξη
και το χειμώνα άδειες χελιδονοφωλιές...
Αυτό που μιλά και μιλιά δεν ακούγεται,
αυτό που σωπαίνει και μου παίρνει τ' αυτιά,
αυτό που γλυκά το ταΐζω παινέματα,
που τα βάζει στη γλώσσα του και τα φτύνει μετά...
Αυτό που με ξέρει σαν κάλπικο νόμισμα,
αυτό που δεν ξέρω να περιγράψω σωστά,
αυτό που δεν ξέρεις ούτε συ που μ' αγάπησες,
αυτό μου ζητάει να τραγουδήσω ξανά.